φωναχτά
•
- με φωνή, μιλώντας με τρόπο που να ακουγεται κάποιος στο χώρο Βικιλεξικό
- Καλυτερα να το διαβάζεις φωναχτά παιδί μου γιατί θα το απομνημονεύσεις ευκολότερα
Ετυμολογία
φωναχτά < φωναχτός < φωνάζ(-ω) + -τος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →