Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωναχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκφράζεται ηχηρά, με συνήθως (αλλά όχι απαραίτητα) δυνατή φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωναχτός < φωνάζ(-ω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωναχτόςφωναχτήφωναχτό
Γενικήφωναχτούφωναχτήςφωναχτού
Αιτιατικήφωναχτόφωναχτήφωναχτό
Κλητικήφωναχτέφωναχτήφωναχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωναχτοίφωναχτέςφωναχτά
Γενικήφωναχτώνφωναχτώνφωναχτών
Αιτιατικήφωναχτούςφωναχτέςφωναχτά
Κλητικήφωναχτοίφωναχτέςφωναχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →