φωνηεντικός
•
- γλωσσολογίαπου αναφέρεται στα φωνήεντα Βικιλεξικό
- λέξη με φωνηεντικό χαρακτήρα
- ≤ συνυπώνυμα: συμφωνικός, ημιφωνικός, φθογγικός
Ετυμολογία
φωνηεντικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωνηεντικός < φωνηεντ- + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vocalique.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνηεντικός | φωνηεντική | φωνηεντικό |
| Γενική | φωνηεντικού | φωνηεντικής | φωνηεντικού |
| Αιτιατική | φωνηεντικό | φωνηεντική | φωνηεντικό |
| Κλητική | φωνηεντικέ | φωνηεντική | φωνηεντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνηεντικοί | φωνηεντικές | φωνηεντικά |
| Γενική | φωνηεντικών | φωνηεντικών | φωνηεντικών |
| Αιτιατική | φωνηεντικούς | φωνηεντικές | φωνηεντικά |
| Κλητική | φωνηεντικοί | φωνηεντικές | φωνηεντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →