Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνηεντικός

/fo.ni.en.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου αναφέρεται στα φωνήεντα Βικιλεξικό
    • λέξη με φωνηεντικό χαρακτήρα
    • ≤ συνυπώνυμα: συμφωνικός, ημιφωνικός, φθογγικός

Ετυμολογία

φωνηεντικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωνηεντικός < φωνηεντ- + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vocalique.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνηεντικόςφωνηεντικήφωνηεντικό
Γενικήφωνηεντικούφωνηεντικήςφωνηεντικού
Αιτιατικήφωνηεντικόφωνηεντικήφωνηεντικό
Κλητικήφωνηεντικέφωνηεντικήφωνηεντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνηεντικοίφωνηεντικέςφωνηεντικά
Γενικήφωνηεντικώνφωνηεντικώνφωνηεντικών
Αιτιατικήφωνηεντικούςφωνηεντικέςφωνηεντικά
Κλητικήφωνηεντικοίφωνηεντικέςφωνηεντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →