φωνοληψία
•
- τεχνολογίαη διεργασία σύλληψης και αποτύπωσης ήχου, που άλλοτε γινόταν μηχανικά, ενώ σήμερα επιχειρείται με ηλεκτροακουστικά μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνοληψία < φωνή + -ληψία (< λήπτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνοληψία | φωνοληψίες |
| Γενική | φωνοληψίας | φωνοληψιών |
| Αιτιατική | φωνοληψία | φωνοληψίες |
| Κλητική | φωνοληψία | φωνοληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →