Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωσφάτωση

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογίαχημική κατεργασία κατά την οποία σχηματίζεται, μέσω ελεγχόμενης αντίδρασης, ένα λεπτό στρώμα αδιάλυτων φωσφορικών ενώσεων πάνω σε μεταλλική επιφάνεια, με σκοπό κυρίως την αντιδιαβρωτική προστασία και τη βελτίωση της πρόσφυσης μεταγενέστερων επιστρώσεων Βικιλεξικό
    • Η φωσφάτωση είναι κατεργασία της επιφάνειας με φωσφορικές ενώσεις. Το αποτέλεσμα είναι ο σχηματισμός μιας λεπτής φωσφορικής επικάλυψης πάνω στην επιφάνεια. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι φωσφάτωσης: με εμβάπτιση, με ψεκασμό (spray), με τρίψιμο με πανί κ.ά. Για τη φωσφάτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν φωσφορικά άλατα του σιδήρου, του ψευδαργύρου, του μαγγανίου, ή και μικτά. (https://portal.tee.gr)

Ετυμολογία

φωσφάτωση < φωσφατώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική phosphatation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωσφάτωσηφωσφατώσεις
Γενικήφωσφάτωσηςφωσφατώσεων
Αιτιατικήφωσφάτωσηφωσφατώσεις
Κλητικήφωσφάτωσηφωσφατώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →