φωσφορίωση
•
- χημείαη με χημική αντίδραση αντικατάσταση, ή προσθήκη ατόμων φωσφόρου στο μόριο μιας χημικής ένωσης Βικιλεξικό
- ο με χημική μέθοδο εμπλουτισμός, ή επίστρωση, φωσφορικών αλάτων σε μεταλλικές επιφάνειες, άλλως φωσφάτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωσφορίωση < φωσφωριώνω, γαλλική phosphatation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωσφορίωση | φωσφοριώσεις |
| Γενική | φωσφορίωσης | φωσφοριώσεων |
| Αιτιατική | φωσφορίωση | φωσφοριώσεις |
| Κλητική | φωσφορίωση | φωσφοριώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →