φωτίζομαι
•
- δέχομαι φως, με φωτίζουν Βικιλεξικό
- το δωμάτιo φωτιζόταν από μερικά κεριά
- θεολογίαδέχομαι φώτιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος φωτίζω
Άλλοι τύποι
φωτίστηκαφωτιζόμουνφωτισμένοςφωτιστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →