φωταέριο
•
- χημείααέριο καύσιμο, μείγμα υδρογόνου, μεθανίου και άλλων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για φωτισμό και θέρμανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωταέριο, ήδη από το 1834 (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωταέριον < φωτ- (< φως) + αέριο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική gaz d'éclairage και ην αγγλική gaslight
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωταέριο | φωταέρια |
| Γενική | φωταέριου / φωταερίου | φωταέριων / φωταερίων |
| Αιτιατική | φωταέριο | φωταέρια |
| Κλητική | φωταέριο | φωταέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →