φωτογραφία
•
- το υλικό αποτέλεσμα του φωτογραφίζω Βικιλεξικό
- Βγάλε μου μια φωτογραφία!
- και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 2024)
- τέχνηη τέχνη που ασκεί κάποιος με τη φωτογράφιση Βικιλεξικό
- Στο Πνευματικό Κέντρο γίνεται μια ενδιαφέρουσα έκθεση φωτογραφίας.
- Με ενδιαφέρει η φωτογραφία γιατί απαιτεί περισσότερη τέχνη από το βίντεο.
Ετυμολογία
φωτογραφία (μαρτυρείται από το 1871) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographie < φωτο- + -γραφία (< αρχαία ελληνική φῶς + γράφω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτογραφία | φωτογραφίες |
| Γενική | φωτογραφίας | φωτογραφιών |
| Αιτιατική | φωτογραφία | φωτογραφίες |
| Κλητική | φωτογραφία | φωτογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →