φωτογράφος
•
- τέχνηο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών Βικιλεξικό
- πρόσωπο που ασχολείται με τη λήψη φωτογραφιών Βικιλεξικό
- Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)
- ο δημιουργός μιας φωτογραφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτογράφος (μαρτυρείται από το 1871) < φωτογραφ(ία) (αναδρομικός σχηματισμός), λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe (< photographie) < φῶς φωτο- + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτογράφος | φωτογράφοι |
| Γενική | φωτογράφου | φωτογράφων |
| Αιτιατική | φωτογράφο | φωτογράφους |
| Κλητική | φωτογράφε | φωτογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →