Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτογράφος

/fo.toˈɣɾa.fos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τέχνηο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών Βικιλεξικό
  2. πρόσωπο που ασχολείται με τη λήψη φωτογραφιών Βικιλεξικό
    • Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)
  3. ο δημιουργός μιας φωτογραφίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτογράφος (μαρτυρείται από το 1871) < φωτογραφ(ία) (αναδρομικός σχηματισμός), λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe (< photographie) < φῶς φωτο- + -γράφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτογράφοςφωτογράφοι
Γενικήφωτογράφουφωτογράφων
Αιτιατικήφωτογράφοφωτογράφους
Κλητικήφωτογράφεφωτογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →