Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτοφράκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φωτογραφίατμήμα φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής / κάμερας, το οποίο είναι συνήθως κλειστό και ανοίγει για ελεγχόμενη χρονική περίοδο, προκειμένου να εισέλθει φως στον ψηφιακό αισθητήρα ή το φιλμ κατά τη λήψη μιας φωτογραφίας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε εμποδίζει ή επιτρέπει τη διέλευση του φωτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτοφράκτης < φωτο- + φράκτης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obturateur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτοφράκτηςφωτοφράκτες
Γενικήφωτοφράκτηφωτοφρακτών
Αιτιατικήφωτοφράκτηφωτοφράκτες
Κλητικήφωτοφράκτηφωτοφράκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →