φωτοφράκτης
•
- φωτογραφίατμήμα φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής / κάμερας, το οποίο είναι συνήθως κλειστό και ανοίγει για ελεγχόμενη χρονική περίοδο, προκειμένου να εισέλθει φως στον ψηφιακό αισθητήρα ή το φιλμ κατά τη λήψη μιας φωτογραφίας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε εμποδίζει ή επιτρέπει τη διέλευση του φωτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοφράκτης < φωτο- + φράκτης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obturateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοφράκτης | φωτοφράκτες |
| Γενική | φωτοφράκτη | φωτοφρακτών |
| Αιτιατική | φωτοφράκτη | φωτοφράκτες |
| Κλητική | φωτοφράκτη | φωτοφράκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →