Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτόλουστος

/foˈto.lu.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκφραστικόπου περιβάλλεται από άπλετο φως, που «λούζεται» στο φως Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: φωτολουσμένος

Ετυμολογία

φωτόλουστος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωτόλουστος (μαρτυρείται από το 1892) < φωτό- + (αρχαία ελληνική λούω λούζω), λουσ- -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτόλουστοςφωτόλουστηφωτόλουστο
Γενικήφωτόλουστουφωτόλουστηςφωτόλουστου
Αιτιατικήφωτόλουστοφωτόλουστηφωτόλουστο
Κλητικήφωτόλουστεφωτόλουστηφωτόλουστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτόλουστοιφωτόλουστεςφωτόλουστα
Γενικήφωτόλουστωνφωτόλουστωνφωτόλουστων
Αιτιατικήφωτόλουστουςφωτόλουστεςφωτόλουστα
Κλητικήφωτόλουστοιφωτόλουστεςφωτόλουστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →