χάρβαλο
•
- προφορικόερείπιο, σαράβαλο Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
- Τα χρειάστηκε ο Προίτος, ξαναφωνάζει τον Μελάμποδα να σώσει την κατάσταση, που είχε γίνει τελείως χάρβαλο. (Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας. Μια σταγόνα μυθολογία 2, εκδ. Πατάκης, 2025)
- μεταφορικάπολύ καταβεβλημένος από τα γηρατειά ή από ασθένεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάρβαλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χάρβαλον < πιθανόν *χάλαβρον / *χάραβλον με αντιμετάθεση των υγρών συμφώνων [l-r > r-l] < αρχαία ελληνική *χαλαβρός, ίσως παράλληλος τύπος αρχαία ελληνική χαλαρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάρβαλο | χάρβαλα |
| Γενική | χάρβαλου | χάρβαλων |
| Αιτιατική | χάρβαλο | χάρβαλα |
| Κλητική | χάρβαλο | χάρβαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →