χάρος
•
- η προσωποποίηση του θανάτου, Βικιλεξικό
- Προσπαθούσαμε να τα πλησιάσουμε, αλλά μας φοβούνταν, σαν να ήμασταν οι χάροι τους. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
Ετυμολογία
χάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Χάρων με μεταπλασμό κατά τα -ος. Δείτε και χάροντας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάρος | χάροι |
| Γενική | χάρου | χάρων |
| Αιτιατική | χάρο | χάρους |
| Κλητική | χάρε | χάροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →