χάχας
•
- που γελάει συχνά χωρίς λόγο Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάχας < χα χα + -ς (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάχας | χάχες |
| Γενική | χάχα | — |
| Αιτιατική | χάχα | χάχες |
| Κλητική | χάχα | χάχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →