χα
•
- ηχομιμητική λέξη που μιμείται το γέλιο (συνήθως επαναλαμβανόμενη) Βικιλεξικό
- επιφώνημα με το οποίο εκφράζουμε σαρκασμό ή ειρωνεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χα < (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
χα < (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →