χαίρομαι
•
- νιώθω χαρά, ευτυχία, ενθουσιασμό Βικιλεξικό
- Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω.
- απολαμβάνω κάτι, θαυμάζω Βικιλεξικό
- Πήγαμε βόλτα στην προκυμαία και χαρήκαμε το ηλιοβασίλεμα.
- Τι όμορφο παιδί! Χαίρεται κανείς να το βλέπει.
Ετυμολογία
χαίρομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαίρομαι< μεσοπαθητική φωνή του αρχαίου χαίρω
Άλλοι τύποι
χάρηκαχαιρόμουνχαρεί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →