χαίρω
•
- λόγιονιώθω χαρά Βικιλεξικό
- λόγιοέχω, κατέχω Βικιλεξικό
- χαίρει ειδικής μεταχείρισης
- «χαίρει εκτίμησης»
- χαίρει άκρας υγείας
- λόγιοως προσφώνηση και χαιρετισμός-αποχαιρετισμός Βικιλεξικό
- Χαίρετε, θα μπορούσα μήπως να δανειστώ τον αναπτήρα σας;
- (στο τηλέφωνο) Χαίρετε Θα μπορούσα να μιλήσω με τον κ. Χ;
- Περάσαμε θαυμάσια, αλλά ώρα να σας καληνυχτίσουμε. Χαίρετε
- λόγιοως επίλογος φράσης, ή απότομα και κοφτά Βικιλεξικό
- Δε νομίζω να ζήτησα πολλά, αλλά αφού δεν ευκαιρείς, χαίρετε!!!
Ετυμολογία
χαίρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαίρω
Άλλοι τύποι
έχαιρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →