Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαβαλές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοη απόπειρα διασκέδασης της ανίας και της πλήξης Βικιλεξικό
    • Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)
  2. οικείοάνθρωπος που κάνει (ή δέχεται) αστεία Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοτο σαμάρι που χρησιμεύει να φορτώνουμε κάτι σ’ ένα υποζύγιο Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοτο φορτίο πάνω στο κατάστρωμα Βικιλεξικό
  5. παρωχημένο«κοινὴ ὀνομασία σημαίνουσα δέσμην εἴτε σφηκίσκων καὶ κεραιῶν ἀνταλλακτικῶν, εἴτε τῶν εἰδικῶν ἐκείνων κατασκευασμάτων, ἐφ' ὧν ἑδράζονται καὶ ἐχμάζονται αἱ λέμβοι μετά την ἔνθεσιν αὐτῶν» (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ο Φοίνιξ, τόμος 24, 1956, σελ. 384) Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: χαβελές
  6. παρωχημένοτο βάρος που μας ενοχλεί Βικιλεξικό
    • Καὶ ἂν θέλετε νὰ εἴμαστε γειτόνοι, κάμετε καθὼς σᾶς γράφω, ἀμὰ δὲν θέλετε, τὸν Θεόν σας βάζω χαβαλὲ (ἤτοι βάρος), καὶ τὸ κρῖμα εἰς τὸν λαιμόν σας , διὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἔχει νὰ γὲνῃ ἐξ ἀποφάσεως (Charles Philippe De Bosset, , Parga and the Ionian Islands Comprehending a Refutation of the Mis-statements of the Quarterly Review and of Lieut.-Gen. Sir Thomas Maitland, on the Subject, with a Report of the Trial Between that Officer and the Author, 1821, σελ. 222)
  7. παρωχημένοφορτικός, ενοχλητικός Βικιλεξικό
  8. παρωχημένοο επιστάτης Βικιλεξικό
    • Τὰ ἔξοδα τοῦ χαβαλὲ (προσθέτου ἐπιστάτου) καὶ τροφῆς, τὰ ὁποῖα ἐχορήγουν μέχρι τοῦδε οἱ γεωργοὶ εἰς τoὺς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου διοριζόμενους καὶ ἀποστελλόμενους χαβαλέδες, ἐν καιρῷ ἁλωνίων, διὰ νὰ προφυλάξωσι τὰ προϊόντα καὶ παραλάβωσι τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ μέρος, δὲν θέλουσι δίδοσθαι εἰς τὸ ἑξῆς, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τῶν τοιούτων χαβαλέδων ἀνήκουσιν ὁλοκλήρως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην (Επετηρίς, τόμοι 9-10, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1906, σελ. 69)

Ετυμολογία

χαβαλές < χαβαλέ < τουρκική havale (μεταφορά, μετάθεση) < αραβική حوالة (hawāla: ανταλλαγή, επιταγή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαβαλέςχαβαλέδες
Γενικήχαβαλέχαβαλέδων
Αιτιατικήχαβαλέχαβαλέδες
Κλητικήχαβαλέχαβαλέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →