Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαβαλετζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο που του αρέσουν οι χαβαλέδες και, γενικότερα, κάνει χαβαλέ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαβαλετζής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαβαλετζήςχαβαλετζήδες
Γενικήχαβαλετζήχαβαλετζήδων
Αιτιατικήχαβαλετζήχαβαλετζήδες
Κλητικήχαβαλετζήχαβαλετζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →