χαζοβιόλης
•
- απλοϊκός, επιπόλαιος, ανόητος, που κάνει χαζομάρες χωρίς κακία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαζοβιόλης < χαζο- + βιολ(ί) + -ης (όπως στην έκφραση το βιολί του, το ίδιο βιολί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζοβιόλης | χαζοβιόληδες |
| Γενική | χαζοβιόλη | χαζοβιόληδων |
| Αιτιατική | χαζοβιόλη | χαζοβιόληδες |
| Κλητική | χαζοβιόλη | χαζοβιόληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →