Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζοβιόλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. απλοϊκός, επιπόλαιος, ανόητος, που κάνει χαζομάρες χωρίς κακία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαζοβιόλης < χαζο- + βιολ(ί) + -ης (όπως στην έκφραση το βιολί του, το ίδιο βιολί)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαζοβιόληςχαζοβιόληδες
Γενικήχαζοβιόληχαζοβιόληδων
Αιτιατικήχαζοβιόληχαζοβιόληδες
Κλητικήχαζοβιόληχαζοβιόληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →