βιολί
•
- μουσικό όργανοέγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερις χορδές που παίζεται με δοξάρι. Ο μουσικός το στηρίζει στον ώμο του με το ένα χέρι κι απλώς πιέζει τις χορδές χωρίς να το κρατά καθόλου ενώ με το άλλο χέρι κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιολί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιολί < βενετική violin με αποβολή του τελικού [n], υποκοριστικό του viola
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιολί | βιολιά |
| Γενική | βιολιού | βιολιών |
| Αιτιατική | βιολί | βιολιά |
| Κλητική | βιολί | βιολιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →