Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαιρεκακία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να επιχαίρει κάποιος με το πάθημα ενός άλλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαιρεκακία < (ελληνιστική κοινή) < χαίρω + κακία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαιρεκακίαχαιρεκακίες
Γενικήχαιρεκακίαςχαιρεκακιών
Αιτιατικήχαιρεκακίαχαιρεκακίες
Κλητικήχαιρεκακίαχαιρεκακίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →