χακάρισμα
•
- διαδικτυακή αργκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χακάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χακάρισμα < χακάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χακάρισμα | χακαρίσματα |
| Γενική | χακαρίσματος | χακαρισμάτων |
| Αιτιατική | χακάρισμα | χακαρίσματα |
| Κλητική | χακάρισμα | χακαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →