χακάρω
•
- διαδικτυακή αργκόβρίσκω ένα κενό ασφαλείας σε μια ιστοσελίδα ή πρόγραμμα και αποκτώ πρόσβαση σ' αυτό και δυνατότητα παρέμβασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χακάρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική hack + -άρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χακάρω | χακάρεις | χακάρει | χακάρουμε | χακάρετε | χακάρουν / χακάρουνε |
| Παρατατικός | χάκαρα | χάκαρες | χάκαρε | χακάραμε | χακάρατε | χάκαραν / χακάραν / χακάρανε |
| Μέλλοντας | θα χακάρω | θα χακάρεις | θα χακάρει | θα χακάρουμε | θα χακάρετε | θα χακάρουν / θα χακάρουνε |
| Υποτακτική | να χακάρω | να χακάρεις | να χακάρει | να χακάρουμε | να χακάρετε | να χακάρουν / να χακάρουνε |
| Προστακτική | — | χακάρετε | — | — | χακάρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →