Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χακί

/xaˈci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώμαανάμεσα στο σταχτοκίτρινο και το σταχτοπράσινο, που έχουν οι περισσότερες στρατιωτικές στολές Βικιλεξικό
    • Το χακί μοιάζει με το λαδί και διευκολύνει το καμουφλάζ.
    • χακί (χρώμα): (σκούρο χακί)
  2. μεταφορικάη στρατιωτική θητεία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο στρατός Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοείδος υφάσματος που χρησιμοποιείται στις στρατιωτικές στολές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χακί < οπτικό δάνειο από την αγγλική khaki με επίδραση του γαλλικού τονισμού kaki < χίντι / ούρντου ख़ाकी < περσική خاکی (xâki, γήινος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοδικαίωση, ικανοποίηση Βικιλεξικό
    • ―Μὴν κλαίγετε, μὴν ἀπελπίζεσθε· ἐγὼ ἔλαβα καὶ ἄλλας πληγάς, καὶ γνω­ρίζω μόνος μου τὴν θανάσιμον ποία εἶναι. Ἐὰν βράδυ ἔβγω εἰς τὸ ἀναγκαῖον, εἶμαι καλά· ἐὰν δὲν ἔβγω, εἶμαι κακά, καὶ πεθαίνω. Γνωρίζω ὅμως τὸν αἴτιον, καὶ ἂν ζήσω, τότε παίρνομεν ὅλοι ἀπὸ αὐτὸν τὸ χάκι, εἰδὲ καὶ πεθάνω, ἂς μοῦ κλάσει τὸν ποῦτσο καὶ αὐτός. Τί ἐκέρδισεν; (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις: Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 2, Αθήνα 1941, σελ. 507.)

Ετυμολογία

χάκι < τουρκική hak (δικαιοσύνη) < αραβική حق (ḥaqq, αλήθεια)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάκιχάκια
Γενικήχακιούχακιών
Αιτιατικήχάκιχάκια
Κλητικήχάκιχάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χακί

/xaˈci/επίθετο
•
  1. που έχει το χρώμα χακί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χακί < οπτικό δάνειο από την αγγλική khaki με επίδραση του γαλλικού τονισμού kaki < χίντι / ούρντου ख़ाकी < περσική خاکی (xâki, γήινος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →