χαλάζι
•
- μετεωρολογίαμορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών Βικιλεξικό
- είν' τα χιόνια σας πολλά και τα χαλάζια λίγα (δημοτικό)
- το καθένα από τα σφαιρικά αυτά κομμάτια πάγου Βικιλεξικό
- Το χαλάζι ήταν στο μέγεθος της φακής.
- η χαλαζόπτωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε υλικό ή άυλο επιπίπτει με μεγάλη ορμή ή μαζικά Βικιλεξικό
- Οι πέτρες έπεφταν σαν το χαλάζι.
- Οι μηνύσεις θα πέσουν σαν το χαλάζι.
Ετυμολογία
χαλάζι < μεσαιωνική ελληνική χαλάζιν < ελληνιστική κοινή χαλάζιον < αρχαία ελληνική χάλαζα + κατάληξη υποκοριστικού -ιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλάζι | χαλάζια |
| Γενική | χαλαζιού | χαλαζιών |
| Αιτιατική | χαλάζι | χαλάζια |
| Κλητική | χαλάζι | χαλάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →