Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλάζι

/xaˈla.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μετεωρολογίαμορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών Βικιλεξικό
    • είν' τα χιόνια σας πολλά και τα χαλάζια λίγα (δημοτικό)
  2. το καθένα από τα σφαιρικά αυτά κομμάτια πάγου Βικιλεξικό
    • Το χαλάζι ήταν στο μέγεθος της φακής.
  3. η χαλαζόπτωση Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάοτιδήποτε υλικό ή άυλο επιπίπτει με μεγάλη ορμή ή μαζικά Βικιλεξικό
    • Οι πέτρες έπεφταν σαν το χαλάζι.
    • Οι μηνύσεις θα πέσουν σαν το χαλάζι.

Ετυμολογία

χαλάζι < μεσαιωνική ελληνική χαλάζιν < ελληνιστική κοινή χαλάζιον < αρχαία ελληνική χάλαζα + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαλάζιχαλάζια
Γενικήχαλαζιούχαλαζιών
Αιτιατικήχαλάζιχαλάζια
Κλητικήχαλάζιχαλάζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →