χαλεύω
•
- ιδιωματικόψάχνω, γυρεύω, αναζητώ, ζητώ Βικιλεξικό
- Βγῆκε ὁ Ἀντώνης στὰ βουνὰ μὲ τὸν Καραγιαννάκη / κι μᾶς χαλεύουν ξαγουρὰ χίλια διακόσια γρόσια. (δημοτικό)
- ζητάω, ζητιανεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλεύω < πιθανόν αρχαία ελληνική χαλά (δωρικός τύπος ) παράλληλος τύπος του χηλή (οπλή) + -εύω : Δείτε το ιδιωματικό της Νάξου: χάλη, κληρονομημένο από το δωρικό χαλά : Άλλη εκδοχή, να σχετίζεται με ανοιχτή παλάμη (για να ζητήσω κάτι), αλλά δεν υπάρχει δείγμα αναλογίας παλάμη-χηλή. : Τέλος, πιθανόν ξένης προέλευσης.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →