Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλικωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η επίστρωσή του είναι από χαλίκι, τον έχουν καλύψει με χαλίκι Βικιλεξικό
    • Ανέβηκαν λίγον πετρωτόν ανήφορο με κόπο πατώντας στο γυαλιστερό χαλικωτό μονοπάτι. (Βασίλης Ρώτας Οι ροδιές της Ζήρειας [διήγημα])

Ετυμολογία

χαλικωτός < χαλίκι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλικωτόςχαλικωτήχαλικωτό
Γενικήχαλικωτούχαλικωτήςχαλικωτού
Αιτιατικήχαλικωτόχαλικωτήχαλικωτό
Κλητικήχαλικωτέχαλικωτήχαλικωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλικωτοίχαλικωτέςχαλικωτά
Γενικήχαλικωτώνχαλικωτώνχαλικωτών
Αιτιατικήχαλικωτούςχαλικωτέςχαλικωτά
Κλητικήχαλικωτοίχαλικωτέςχαλικωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →