Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλικόστρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για επιφάνειεςπου έχει στρωθεί με χαλίκι Βικιλεξικό
    • Μη βάζεις την καρέκλα στο χαλικόστρωτο (ενν. διάδρομο) γιατί χαλάνε τα πόδια της
    • η χαλικόστρωτη αυλή, πλατεία
    • το χαλικόστρωτο μονοπάτι

Ετυμολογία

χαλικόστρωτος < χαλικοστρώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλικόστρωτοςχαλικόστρωτηχαλικόστρωτο
Γενικήχαλικόστρωτουχαλικόστρωτηςχαλικόστρωτου
Αιτιατικήχαλικόστρωτοχαλικόστρωτηχαλικόστρωτο
Κλητικήχαλικόστρωτεχαλικόστρωτηχαλικόστρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλικόστρωτοιχαλικόστρωτεςχαλικόστρωτα
Γενικήχαλικόστρωτωνχαλικόστρωτωνχαλικόστρωτων
Αιτιατικήχαλικόστρωτουςχαλικόστρωτεςχαλικόστρωτα
Κλητικήχαλικόστρωτοιχαλικόστρωτεςχαλικόστρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →