Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλιναγώγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναγωγώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναγωγώ Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναγωγώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαλιναγώγηση < καθαρεύουσα χαλιναγώγησις < ελληνιστική κοινή χαλιναγωγέω / χαλιναγωγῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαλιναγώγησηχαλιναγωγήσεις
Γενικήχαλιναγώγησηςχαλιναγωγήσεων
Αιτιατικήχαλιναγώγησηχαλιναγωγήσεις
Κλητικήχαλιναγώγησηχαλιναγωγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →