χαλκεύω
•
- κατασκευάζω κάτι χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το χαλκό Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ, πλάθω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατηγορώ κάποιον, πλάθοντας σκευωρίες εναντίον του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαραποιώ, διαστρεβλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλκεύω < αρχαία ελληνική χαλκεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →