Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλκός

/xalˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χημείαμεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 29 και χημικό σύμβολο το Cu, που χρησιμοποιείται για τη κατασκευή κραμάτων και ηλεκτρικών κυκλωμάτων Βικιλεξικό
    • Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν

Ετυμολογία

χαλκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλκός < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bronze ή από την αγγλική bronze)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαλκός—
Γενικήχαλκού—
Αιτιατικήχαλκό—
Κλητικήχαλκέ—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χαλκός

/xalˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόχάλκινος Βικιλεξικό
    • κινάει κι αυτός στη μάζωξη, χαλκό φουχτώνοντας κοντάρι (Οδύσσεια β.10, Μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ετυμολογία

χαλκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλκός < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bronze ή από την αγγλική bronze)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλκός / χαλκόςχαλκός / χαλκή / χαλκιάχαλκός / χαλκό
Γενικήχαλκούχαλκούχαλκού
Αιτιατικήχαλκόχαλκόχαλκό
Κλητικήχαλκέχαλκέχαλκέ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →