χαλυβδώνω
•
- κυριολεκτικάμετατρέπω τον σίδηρο σε χάλυβα ή ισχυροποιώ αντικείμενο με την προσθήκη χάλυβα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαθιστώ κάποιον/κάτι ανθεκτικό σαν τον χάλυβα / ατσάλι, ενισχύω τις αντιστάσεις του, θωρακίζω απέναντι στις αντιξοότητες Βικιλεξικό
- να χαλυβδώσουμε το ηθικό μας
Ετυμολογία
χαλυβδώνω < χαλύβδινος + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική steel ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aciérer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλυβδώνω | χαλυβδώνεις | χαλυβδώνει | χαλυβδώνουμε | χαλυβδώνετε | χαλυβδώνουν / χαλυβδώνουνε |
| Παρατατικός | χαλύβδωνα | χαλύβδωνες | χαλύβδωνε | χαλυβδώναμε | χαλυβδώνατε | χαλυβδώναν / χαλυβδώνανε / χαλύβδωναν |
| Αόριστος | χαλύβδωσα | χαλύβδωσες | χαλύβδωσε | χαλυβδώσαμε | χαλυβδώσατε | χαλυβδώσαν / χαλυβδώσανε / χαλύβδωσαν |
| Μέλλοντας | θα χαλυβδώνω / θα χαλυβδώσω | θα χαλυβδώνεις / θα χαλυβδώσεις | θα χαλυβδώνει / θα χαλυβδώσει | θα χαλυβδώνουμε / θα χαλυβδώσουμε | θα χαλυβδώνετε / θα χαλυβδώσετε | θα χαλυβδώνουν / θα χαλυβδώνουνε / θα χαλυβδώσουν / θα χαλυβδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαλυβδώσει | έχεις χαλυβδώσει | έχει χαλυβδώσει | έχουμε χαλυβδώσει | έχετε χαλυβδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαλυβδώσει | είχες χαλυβδώσει | είχε χαλυβδώσει | είχαμε χαλυβδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαλυβδώσει / να χαλυβδώνω / να χαλυβδώσω | να έχεις χαλυβδώσει / να χαλυβδώνεις / να χαλυβδώσεις | να έχει χαλυβδώσει / να χαλυβδώνει / να χαλυβδώσει | να έχουμε χαλυβδώσει / να χαλυβδώνουμε / να χαλυβδώσουμε | να έχετε χαλυβδώσει / να χαλυβδώνετε / να χαλυβδώσετε | να χαλυβδώνουν / να χαλυβδώνουνε / να χαλυβδώσουν / να χαλυβδώσουνε |
| Προστακτική | — | χαλύβδωνε / χαλύβδωσε | — | — | χαλυβδώνετε / χαλυβδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →