Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλύβδινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από χάλυβα Βικιλεξικό
    • χαλύβδινος λέβητας
  2. μεταφορικάανθεκτικός, σκληρός Βικιλεξικό
    • το ηθικό τους ήταν χαλύβδινο

Ετυμολογία

χαλύβδινος < χάλυβ-ας + δ + -ινος (κατά το μολύβδινος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλύβδινοςχαλύβδινηχαλύβδινο
Γενικήχαλύβδινουχαλύβδινηςχαλύβδινου
Αιτιατικήχαλύβδινοχαλύβδινηχαλύβδινο
Κλητικήχαλύβδινεχαλύβδινηχαλύβδινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλύβδινοιχαλύβδινεςχαλύβδινα
Γενικήχαλύβδινωνχαλύβδινωνχαλύβδινων
Αιτιατικήχαλύβδινουςχαλύβδινεςχαλύβδινα
Κλητικήχαλύβδινοιχαλύβδινεςχαλύβδινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →