χαμάλης
•
- επάγγελμαο ανειδίκευτος εργάτης που μεταφέρει βάρη, ο αχθοφόρος, ο φορτοεκφορτωτής Βικιλεξικό
- δούλευε χαμάλης στο λιμάνι για ένα κομμάτι ψωμί
- ο άνθρωπος που κάνει τις βαριές δουλειές με χαμηλό μισθό Βικιλεξικό
- άμα δε μάθεις γράμματα, μια ζωή χαμάλης θα είσαι
Ετυμολογία
χαμάλης < (άμεσο δάνειο) τουρκική hamal < αραβική حمّال (hammāl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμάλης | χαμάληδες |
| Γενική | χαμάλη | χαμάληδων |
| Αιτιατική | χαμάλη | χαμάληδες |
| Κλητική | χαμάλη | χαμάληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →