χαμάμ
•
- κτήριο με θερμά λουτρά και (κατ’ επέκταση) το σωματικό πλύσιμο σ’ αυτά Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε κτήριο ή δωμάτιο με υπερβολική ζέστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμάμ < (άμεσο δάνειο) τουρκική hamam < αραβική حمّام (ḥammām: ζεστό νερό, χαμάμ) < ρίζα ح م م (ḥ-m-m: ζεστός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →