χαμηλότερος
•
- που είναι πιο χαμηλός Βικιλεξικό
- που βρίσκεται πιο χαμηλά Βικιλεξικό
- «Θέλω να σας ξαναδώ», της φώναξε μέσα από το ασανσέρ. «Πάρτε με τηλέφωνο», του απάντησε. Και η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε και το ασανσέρ ξεκίνησε για τον χαμηλότερο όροφο,όπου το είχαν καλέσει. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Να σταματήσει την πόρτα. Να σταματήσει το ασανσέρ. Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)
Ετυμολογία
χαμηλότερος < συγκριτικός βαθμός του χαμηλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλότερος | χαμηλότερη | χαμηλότερο |
| Γενική | χαμηλότερου | χαμηλότερης | χαμηλότερου |
| Αιτιατική | χαμηλότερο | χαμηλότερη | χαμηλότερο |
| Κλητική | χαμηλότερε | χαμηλότερη | χαμηλότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλότεροι | χαμηλότερες | χαμηλότερα |
| Γενική | χαμηλότερων | χαμηλότερων | χαμηλότερων |
| Αιτιατική | χαμηλότερους | χαμηλότερες | χαμηλότερα |
| Κλητική | χαμηλότεροι | χαμηλότερες | χαμηλότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →