ψηλότερος
•
- που είναι πιο ψηλός Βικιλεξικό
- Ο Κώστας είναι ψηλότερος από τον Ηλία
- Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
- που βρίσκεται πιο ψηλά Βικιλεξικό
- η ομάδα είναι ψηλότερη στη βαθμολογία
Ετυμολογία
ψηλότερος < ψηλ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του ψηλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηλότερος | ψηλότερη | ψηλότερο |
| Γενική | ψηλότερου | ψηλότερης | ψηλότερου |
| Αιτιατική | ψηλότερο | ψηλότερη | ψηλότερο |
| Κλητική | ψηλότερε | ψηλότερη | ψηλότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηλότεροι | ψηλότερες | ψηλότερα |
| Γενική | ψηλότερων | ψηλότερων | ψηλότερων |
| Αιτιατική | ψηλότερους | ψηλότερες | ψηλότερα |
| Κλητική | ψηλότεροι | ψηλότερες | ψηλότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →