χαντάκι
•
- μακρόστενο σκαφτό ρηχό βαθούλωμα Βικιλεξικό
- μισοπεθαμένος από την πείνα και την εξάντληση, πληγωμένος, και γεμάτος αίματα, είχε ξαπλωθεί σ' ένα χαντάκι για να πεθάνει. (Πηνελόπη Δέλτα , Μάγκας/Κεφάλαιο ΙΕ, Μάγκας, Κεφάλαιο ΙΕ, 1937)
Ετυμολογία
χαντάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαντάκιον (και τύπος χανδάκιον) < αραβική خَنْدَق (khandaq, τάφρος) (απ' όπου > Χάνδαξ > ο Χάνδακας) < μέση περσική *handag. Δείτε και 'καθαρεύουσα: χάνδαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαντάκι | χαντάκια |
| Γενική | χαντακιού | χαντακιών |
| Αιτιατική | χαντάκι | χαντάκια |
| Κλητική | χαντάκι | χαντάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →