χαντακώνω
•
- προκαλώ την αποτυχία κάποιου με τις κακόβουλες ή απλώς άστοχες ενέργειες ή υποδείξεις μου Βικιλεξικό
- Ο προπονητής με τη λανθασμένη τακτική του χαντάκωσε την ομάδα
- εκφέρω μια πολύ αρνητική κρίση ή αξιολόγηση για κάποιον Βικιλεξικό
- Η έκθεση του παρατηρητή για τα βίαια επεισόδια στον αγώνα χαντάκωσε την ομάδα
Ετυμολογία
χαντακώνω < χαντάκι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαντακώνω | χαντακώνεις | χαντακώνει | χαντακώνουμε | χαντακώνετε | χαντακώνουν / χαντακώνουνε |
| Παρατατικός | χαντάκωνα | χαντάκωνες | χαντάκωνε | χαντακώναμε | χαντακώνατε | χαντάκωναν / χαντακώναν / χαντακώνανε |
| Αόριστος | χαντάκωσα | χαντάκωσες | χαντάκωσε | χαντακώσαμε | χαντακώσατε | χαντάκωσαν / χαντακώσαν / χαντακώσανε |
| Μέλλοντας | θα χαντακώνω / θα χαντακώσω | θα χαντακώνεις / θα χαντακώσεις | θα χαντακώνει / θα χαντακώσει | θα χαντακώνουμε / θα χαντακώσουμε | θα χαντακώνετε / θα χαντακώσετε | θα χαντακώνουν / θα χαντακώνουνε / θα χαντακώσουν / θα χαντακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαντακώσει | έχεις χαντακώσει | έχει χαντακώσει | έχουμε χαντακώσει | έχετε χαντακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαντακώσει | είχες χαντακώσει | είχε χαντακώσει | είχαμε χαντακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαντακώσει / να χαντακώνω / να χαντακώσω | να έχεις χαντακώσει / να χαντακώνεις / να χαντακώσεις | να έχει χαντακώσει / να χαντακώνει / να χαντακώσει | να έχουμε χαντακώσει / να χαντακώνουμε / να χαντακώσουμε | να έχετε χαντακώσει / να χαντακώνετε / να χαντακώσετε | να χαντακώνουν / να χαντακώνουνε / να χαντακώσουν / να χαντακώσουνε |
| Προστακτική | — | χαντάκωνε / χαντάκωσε | — | — | χαντακώνετε / χαντακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →