χαράκτης
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με την τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης, κυλινδρικής ή άλλου είδους επιφάνειας, με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε αυτή την επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαράκτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαράκτης & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική graveur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαράκτης | χαράκτες |
| Γενική | χαράκτη | χαρακτών |
| Αιτιατική | χαράκτη | χαράκτες |
| Κλητική | χαράκτη | χαράκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →