χαραμοφάης
•
- αυτός που ζει χωρίς να δουλεύει Βικιλεξικό
- αυτός που δεν δουλεύει αρκετά, ώστε να δικαιολογεί την αμοιβή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαραμοφάης < χαράμ(ι) + -ο- + φά(ω) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαραμοφάης | χαραμοφάηδες |
| Γενική | χαραμοφάη | χαραμοφάηδων |
| Αιτιατική | χαραμοφάη | χαραμοφάηδες |
| Κλητική | χαραμοφάη | χαραμοφάηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →