Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρμάνης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες που για καιρό δεν έχει κάνει χρήση τους Βικιλεξικό
    • Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί, πάω για να φουμάρω / μες στον τεκέ του Σάλωνα π’ έχει το φίνο μαύρο. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Χαρμάνης)
  2. λαϊκότροποο θεριακλής καπνιστής που για ώρες δεν έχει καπνίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρμάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική harman < περσική خرمن (xarman)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρμάνηςχαρμάνηδες
Γενικήχαρμάνηχαρμάνηδων
Αιτιατικήχαρμάνηχαρμάνηδες
Κλητικήχαρμάνηχαρμάνηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →