χαρμάνης
•
- λαϊκότροποο εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες που για καιρό δεν έχει κάνει χρήση τους Βικιλεξικό
- Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί, πάω για να φουμάρω / μες στον τεκέ του Σάλωνα π’ έχει το φίνο μαύρο. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Χαρμάνης)
- λαϊκότροποο θεριακλής καπνιστής που για ώρες δεν έχει καπνίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρμάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική harman < περσική خرمن (xarman)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρμάνης | χαρμάνηδες |
| Γενική | χαρμάνη | χαρμάνηδων |
| Αιτιατική | χαρμάνη | χαρμάνηδες |
| Κλητική | χαρμάνη | χαρμάνηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →