χαρμάνι
•
- μίγμα από διάφορες ποικιλίες καπνού Βικιλεξικό
- γενικότεραμίγμα από διάφορες ποικιλίες κάποιου υλικού Βικιλεξικό
- ειδικότερα, (οικοδομή) το έτοιμο μίγμα υλικών που θα χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο (σκυρόδεμα, σοβάς κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μεταφορικάανακάτωμα, συνονθύλευμα Βικιλεξικό
- λαϊκόχαρμάνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρμάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική harman < περσική خرمن (xarman)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρμάνι | χαρμάνια |
| Γενική | χαρμανιού | χαρμανιών |
| Αιτιατική | χαρμάνι | χαρμάνια |
| Κλητική | χαρμάνι | χαρμάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →