Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρούδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χαϊδευτικόό,τι προξενεί ευχαρίστηση Βικιλεξικό
    • Χαρούδι στερνό της/τα πλούτια, τρανά,/σα θάμα, της νιότης. (Κωστής Παλαμάς, Περάσματα και Χαιρετισμοί, Γ΄, Ηλιόγερμα στο greek-language.gr)
    • Με αφορμή τη φράση περικαλλές ἄγαλμα (= «πανέμορφο χαρούδι» όπως το αποδίδει δανειζόμενος τη λέξη από στίχο του Παλαμά) που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες της αρχαϊκής εποχής για τα έργα τους, ο Καρούζος σημειώνει … (Ιωάννης Καζάζης, Σαπφώ greek-language.gr)
    • Η θλίψη του για το χαμό της αγαπημένης συζύγου του και καθηγήτριας Ψυχοτεχνικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Αικατερίνης Στριφτού, την οποία αποκαλούσε «χαρούδι μου» (enet.gr)

Ετυμολογία

χαρούδι < χαρ(ά) + -ούδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρούδιχαρούδια
Γενική——
Αιτιατικήχαρούδιχαρούδια
Κλητικήχαρούδιχαρούδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →