χαρά
•
- συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση Βικιλεξικό
- Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- στον πληθυντικόένα σύνολο από ευχάριστα πράγματα Βικιλεξικό
- καιρός να απολαύσουμε τις χαρές του καλοκαιριού
Ετυμολογία
χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαρά < χαρ- του χαίρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρά | χαρές |
| Γενική | χαράς | χαρών |
| Αιτιατική | χαρά | χαρές |
| Κλητική | χαρά | χαρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →