Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρά

/xaˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση Βικιλεξικό
    • Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. στον πληθυντικόένα σύνολο από ευχάριστα πράγματα Βικιλεξικό
    • καιρός να απολαύσουμε τις χαρές του καλοκαιριού

Ετυμολογία

χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαρά < χαρ- του χαίρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαράχαρές
Γενικήχαράςχαρών
Αιτιατικήχαράχαρές
Κλητικήχαράχαρές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →