χαρταετός
•
- αντικείμενο κατασκευασμένο από ελαφριά υλικά, συνήθως ξύλο, χαρτί και σπάγκο, που συγκρατείται με σκοινί και πετάει με τη βοήθεια του αέρα Βικιλεξικό
- Πέταξαν τα όχι, τα γιατί στον αέρα σαν χαρταετοί, παίρνω, αφήνω δρόμους και γυρνώ λες κι έχω ένα φιλί παντοτινό. Στην αγκαλιά σου όλα ένα φεγγάρια κι άστρα ενωμένα, η ομορφιά σου καθαρό νερό.
- Η προέλευση του χαρταετού έχει τις ρίζες της στην Κίνα, χρησιμεύοντας με πολλούς τρόπους, όπως για καλή τύχη, μετάδοση μηνυμάτων, αλλά και… πολεμική προπαγάνδα. Η δημιουργία του χαρταετού χρονολογείται από τη Δυναστεία της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, μετρώντας ήδη πάνω από 2.000 χρόνια ιστορίας. Στην αρχαία Κίνα, ο χαρταετός ήταν γνωστός με την ονομασία «χάρτινο πουλί» ή αλλιώς «Yao» στη νότια Κίνα και «Yuan» στη βόρεια Κίνα.
Ετυμολογία
χαρταετός (μαρτυρείται από το 1861)< χαρτ- + αετός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρταετός | χαρταετοί |
| Γενική | χαρταετού | χαρταετών |
| Αιτιατική | χαρταετό | χαρταετούς |
| Κλητική | χαρταετέ | χαρταετοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →