αετός
•
- πτηνόαρπακτικό πουλί Βικιλεξικό
- Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013)
- μεταφορικάέξυπνος και πολυμήχανος άνθρωπος Βικιλεξικό
- ψάριμεγάλο σαλάχι που ανήκει στην οικογένεια των Μυλιοβατιδών Βικιλεξικό
- ο χαρταετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αετός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀετός και αἱετός < ἀίσσω (ορμώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αετός | αετοί |
| Γενική | αετού | αετών |
| Αιτιατική | αετό | αετούς |
| Κλητική | αετέ | αετοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →