Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτοβασίλειο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ειρωνικόμέρος που υπάρχουν υπερβολικά πολλά χαρτιά ή έγγραφα Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάγραφειοκρατία Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκράτος που η γραφειοκρατία του υπερβαίνει τα συνήθη των άλλων κρατών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρτοβασίλειο < (καθαρεύουσα) χαρτοβασίλειον < χαρτο- + βασίλειον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική écrivassière

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτοβασίλειοχαρτοβασίλεια
Γενικήχαρτοβασίλειουχαρτοβασίλειων
Αιτιατικήχαρτοβασίλειοχαρτοβασίλεια
Κλητικήχαρτοβασίλειοχαρτοβασίλεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →