χαρτοβασίλειο
•
- ειρωνικόμέρος που υπάρχουν υπερβολικά πολλά χαρτιά ή έγγραφα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάγραφειοκρατία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκράτος που η γραφειοκρατία του υπερβαίνει τα συνήθη των άλλων κρατών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοβασίλειο < (καθαρεύουσα) χαρτοβασίλειον < χαρτο- + βασίλειον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική écrivassière
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοβασίλειο | χαρτοβασίλεια |
| Γενική | χαρτοβασίλειου | χαρτοβασίλειων |
| Αιτιατική | χαρτοβασίλειο | χαρτοβασίλεια |
| Κλητική | χαρτοβασίλειο | χαρτοβασίλεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →